αποσιώπηση


αποσιώπηση
[апосиописи] ουσ. Θ. умолчание,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αποσιώπηση" в других словарях:

  • αποσιώπηση — η (AM ἀποσιώπησις) 1. σχήμα λόγου κατά το οποίο σκόπιμα παραλείπει κανείς λέξεις ή φράσεις είτε ευνόητες είτε από ντροπή, οργή κ.λπ. 2. η κατά παράβαση νόμιμης υποχρέωσης παράλειψη ανακοίνωσης στην αρχή ορισμένων περιστατικών νεοελλ. το να… …   Dictionary of Greek

  • αποσιώπηση — η το να αποσιωπά κανείς· (σύντ.), σχήμα λόγου κατά το οποίο παραλείπεται κάτι, επειδή εύκολα εννοείται …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀποσιωπήσῃ — ἀποσιωπήσηι , ἀποσιώπησις becoming silent fem dat sg (epic) ἀποσιωπάω maintain silence aor subj mid 2nd sg (attic ionic) ἀποσιωπάω maintain silence aor subj act 3rd sg (attic ionic) ἀποσιωπάω maintain silence fut ind mid 2nd sg (attic doric ionic …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αποσιωπητικός — ή, ό αυτός που είναι χρήσιμος στην αποσιώπηση· ο πληθ. του ουδ. ως ουσ., τα αποσιωπητικά (...), τρεις τελείες που φανερώνουν αποσιώπηση ή διακοπή στο γραπτό λόγο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αποσίγηση — η (Α ἀποσίγησις) το να σωπαίνει κανείς για κάτι, αποσιώπηση …   Dictionary of Greek

  • αποσιωπητικός — ή, ό 1. αυτός που αποσιωπά κάτι ή που χρησιμεύει για την αποσιώπηση 2. (πληθ. ουδ. ως ουσ.) τὰ ἀποσιωπητικά τρεις στιγμές (...) που τίθενται μετά από κάποια λέξη του γραπτού λόγου για να δηλώσουν την παράλειψη λέξεων ή φράσεων που εύκολα μπορούν… …   Dictionary of Greek

  • απόκρυψη — η (AM ἀπόκρυψις) [αποκρύπτω] το κρύψιμο νεοελλ. αποσιώπηση, συγκάλυψη αρχ. εξαφάνιση …   Dictionary of Greek

  • εξώθηση — η (AM ἐξώθησις) ώθηση προς τα έξω νεοελλ. 1. παρόρμηση, παρακίνηση («εξώθηση σε απείθεια») 2. το τελικό στάδιο τού τοκετού μετά τη συμπλήρωση τής διαστολής κατά το οποίο το έμβρυο ωθείται προς τα έξω μσν. αποβολή, αποσιώπηση γράμματος …   Dictionary of Greek

  • εφησύχασις — ἐφησύχασις, ἡ (Μ) [εφησυχάζω] επίσχεση, σταμάτημα, αποσιώπηση …   Dictionary of Greek

  • καπέλωμα — το [καπελώνω] 1. η κάλυψη με καπέλο 2. το χτύπημα στο κεφάλι κάποιου που φοράει καπέλο 3. η αποσιώπηση, η απόκρυψη 4. η επιβολή γνώμης 5. (στην πολιτική) η κηδεμόνευση («θέλει να καπελώσει όλες τις οργανώσεις») …   Dictionary of Greek